Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Επιτάφιος Ανθρώπων...



Aionios-Eternaut





Θεσσαλονίκη, Μάης το 1936. Μια μάνα, καταμεσς το δρόμου, μοιρολογάει τ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της κα πάνω της, βουΐζουν κα σπάζουν τ κύματα τν διαδηλωτν - τν περγν καπνεργατν. κείνη συνεχίζει τ θρνο της...




I

Γιέ μου, σπλάχνο τ
ν σπλάχνων μου, καρδούλα τς καρδις μου,
πουλάκι τ
ς φτωχις αλς, νθ τς ρημις μου,

π
ς κλείσαν τ ματάκια σου κα δ θωρες πο κλαίω
κα
δ σαλεύεις, δ γρικς τ πο πικρ σο λέω;

Γιόκα μου,
σ πο γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Πο
μάντευες τί πέρναγα κάτου π᾿ τ τσίνορό μου,

τώρα δ
μ παρηγορς κα δ μο βγάζεις χνα
κα
δ μαντεύεις τς πληγς πο τρνε μου τ σπλάχνα;

Πουλί μου,
σ πο μο φερνες νεράκι στν παλάμη
π
ς δ θωρες πο δέρνουμαι κα τρέμω σν καλάμι;

Στ στράτα δ καταμεσς τ᾿ σπρα μαλλιά μου λύνω
κα
σο σκεπάζω τς μορφς τ μαραμένο κρίνο.

Φιλ
τ παγωμένο σου χειλάκι πο σωπαίνει
κι ε
ναι σ ν μο θύμωσε κα σφαλιγμένο μένει.

Δ
μο μιλες κι δόλια γ τν κόρφο δές, νοίγω
κα
στ βυζι πο βύζαξες τ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου,
ντιστύλι μου, χαρ τν γερατει μου,
λιε τς βαρυχειμωνις, λιγνοκυπάρισσό μου,

Π
ς μ᾿ φησες ν σέρνουμαι κα ν πον μονάχη
χωρ
ς γουλιά, σταλι νερ κα φς κι νθο κι στάχυ ;

Μ
τ ματάκια σου βλεπα τς ζως κάθε λουλούδι,
μ
τ χειλάκια σου λεγα τ᾿ αγεριν τραγούδι.

Μ
τ χεράκια σου τ δυό, τ χιλιοχαϊδεμένα,
λη τη γς γκάλιαζα κι λ᾿ ετανε γι μένα.

Νιότη
π᾿ τ νιότη σου παιρνα κι κόμη χνογελοσα,
τ
γερατει δν τρόμαζα, τ θάνατο ψηφοσα.

Κα
τώρα πο θ κρατηθ, πο θ σταθ, πο θμπω,
πο
πόμεινα ξερ δεντρ σ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου,
ν δ σοναι βολετ νρθες ξαν σιμά μου,
π
ρε μαζί σου μένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι
ν εν᾿ τ πόδια μου λιγνά, μπορ ν πορπατήσω
κι
ν κουραστες, στν κόρφο μου, γλυκ θ σ κρατήσω.

III

Μαλλι
σγουρ πο πάνω τους τ δάχτυλα περνοσα
τ
ς νύχτες πο κοιμόσουνα κα πλάϊ σου ξαγρυπνοσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο κα
κοντυλογραμμένο,
καμάρα πο
τ βλέμμα μου κούρνιαζε ναπαμένο,

Μάτια γλαρ
πο μέσα τους ντίφεγγαν τ μάκρη
πρωινο
ορανο, κα πάσκιζα μν τ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο πο
ς λάλαγες νθίζαν
λιθάρια κα
ξερόδεντρα κι ηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατι
σν τ στρωτ φτερούγια τς τρυγόνας
πο
πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ πίκρα μου κι γώνας,

Μπούτια γερ
σν πέρδικες κλειστς στ παντελόνια
πο
ο κόρες τ καμάρωναν τ δείλι π᾿ τ μπαλκόνια,

Κα
γώ, μ μο βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ντρα,
σο
κρέμαγα τ φυλαχτ μ τ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζ
ο, μυριόφυλλο κ᾿ εωδιαστό μου δάσο,
π
ς ν πιστέψω μοιρη πς μπόραε ν σ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποι
Μορα στγραφε κα ποι μο τχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτι
στ στήθεια μου ν᾿ νάψει;

Πουρν
- πουρν μο ξύπνησες, μο πλύθηκες, μο λούστης
πριχο σημάνει τν αγ μακρι καμπανοκρούστης.

Κοίταες μ
ν φεξε συχν - πυκν π᾿ τ παραθύρι
κα
βιαζόσουν σ ντανε ν πς σ πανηγύρι.

Ε
χες τ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τ σαγόνι
κι ε
σουν στν τόλμη σου γλυκός, ταρος μαζ κι ηδόνι.

Κα
γ φτωχει κ᾿ νέμελη κα γ τρελλ κ᾿ σκύλα,
σο
ψηνα τ φασκόμηλο κι χν ματιά μου φίλα

Μι
- μι τς χάρες σου, καλέ, κα τ λαμπρό σου θωρ
κι
γαλλόμουν κα γέλαγα σν τρυφερούλα κόρη.

Κι ο
δ κακόβαλα στιγμ κι οδ᾿ τρεξα ξοπίσω
τ
στήθεια μου ν βάλω μπρς τ βόλια ν κρατήσω.

Κι
φτασ᾿ ργ κι, , πο ποτς μν φτανε τέτοια ρα
κι,
, κάλλιο ν γκρεμίζονταν στ καύκαλό μου χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου,
ργήσαμε· ψηλώνει λιος· λα,
κα
τ φαγάκι σου ρημο θ κρύωσε στν πιατέλα.

μπλέ σου μπλοζα τς δουλεις στν πόρτα κρεμασμένη
θ
καρτεράει τ σάρκα σου τ μαρμαρογλυμμένη.

Θ
καρτεράει τ κρύο νερ τ δροσερό σου στόμα,
θ
καρτεράει τ χντα σου τ᾿ σβεστωμένο δμα.

Θ
καρτεράει κ᾿ γάτα μας στ πόδια σου ν παίξει
κι
λιος ργς θ καρτερ στ μάτια σου ν φέξει.

Θ
καρτεράει κ᾿ ρούγα μας τ᾿ δρ περπάτημά σου
κ
᾿ ο γρίλιες ο μισάνοιχτες τ᾿ ηδονολάλημά σου.

Κα
τ συντρόφια σου, καλέ, πο τς βραδις ρχόνταν
κα
λέαν κα λέαν κι π᾿ τ δια τος τ λόγια φλογιζόνταν

Κα
μπάζανε στ σπίτι μας τ φς, τν πλάση κέρια,
παιδί μου, θ
σ καρτερν ν κάνετε νυχτέρια.

Κα
γ θ καρτεράω σκυφτ βραδ κα μεσημέρι
ν
ρθε καλός μου, θάνατος, κοντά σου ν μ φέρει.

...

ΙΧ

Παναγιά μου, ν εσουνα, καθς γώ, μητέρα,
βοήθε
ια στ γιό μου θστελνες τν γγελο π πέρα.

Κι,
χ, Θέ μου, Θέ μου, ν εσουν Θες κι ν εμασταν παιδιά σου
θ
πόναγες καθς γώ, τ δόλια πλάσματά σου.

Κι
ν εσουν δίκειος, δίκαια θ μοίραζες τν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδ
ν φάει κα ν χορτάσει.

Γιέ μου, καλ
μο τλεγε τ γνωστικό σου χελι
κάθε φορ
πο ρμήνευε, κάθε φορ πο μίλει:

μες ταγίζουμε ζω στ χέρι: περιστέρι,
κ
᾿ μες οτ᾿ να ψίχουλο δν χουμε στ χέρι.

μες κρατμε λη τ γς μς στ᾿ ργασμένα μπράτσα
κα
σκιάχτρα στέκουνται ο Θεο κι φέντη χουνε φάτσα.

χ, γιέ μου, πι δ μομεινε καμι χαρ κα πίστη,
κα
τ χλωμ κα τ στερν καντήλι μας σβήστη.

Καί, τώρα,
π σ ποι φωτι τ χέρια μου θ᾿ νοίγω,
τ
παγωμένα χέρια μου νν τ ζεστάνω λίγο;



Ο πόνος της κάθε Μάνας για το παιδί της είναι ο Ίδιος, είτε είναι η Παναγία, είτε η άγνωστη Μάνα στη Θεσσαλονίκη.
Η Μεγάλη Βδομάδα Πέρασε, Ο επιτάφιος θρήνος της Μ. Παρασκευής ηχεί ακόμα στα αυτιά των Ελλήνων, & σήμερα ήρθε η Ανάσταση του Θεανθρώπου με το "Χριστός Ανέστη εκ Νεκρών Θανάτω θάνατον Πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος".
Όμως η Ανάσταση του Ανθρώπου; Η καθημερινότητα μας λέει πως "Μερικές Αναστάσεις δεν έρχονται ποτέ!
Πως ο θάνατος κερδίζει τη ζωή". Θέλετε να δούμε αν τελικά στην απέραντη "Ροή των Πάντων" αντί τη ζωή να ακολουθεί ο Θάνατος, να μπορούσε να γινόταν το αντίθετο. Από το θάνατο να μπορεί να ξαναγεννιέται η ζωή.
Αλήθεια αυτό το νόημα δεν έχει η σημερινή μέρα; Αλήθεια αφού έγινε μιά φορά λέτε να μην μπορεί να ξαναγίνει;
Και Αν σας πω το μυστικό; Αν σας πω πως ο καθένας & η κάθε μια σ`αυτή τη γη ΜΠΟΡΕΙ να αναστηθεί;
Θα με πιστεύατε; Ναι όλα μπορούν να γίνουν με Την Αγάπη! Αυτή είναι ο συνδετικός κρίκος στη φύση και στον Άνθρωπο. Αυτή είναι το κλειδί που γεννά ζωή, χαρά, αρμονία, ειρήνη. Κάντε την αρχή! Καλή Αγάπη! Καλή ανάσταση συνταξιδιώτες στο σύμπαν!

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Κ Ο Ι Ν Η Λ Ο Γ Ι Κ Η



Aionios-Eternauta

ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ

Μια νεκρολογία που δημοσιεύτηκε στους Times του Λονδίνου. Δυστυχώς δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για τη δημοσίευση αυτή. Ωστόσο εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η δημοσίευση ή όχι τής νεκρολογίας αυτής αλλά τούτο το περιεχόμενό της και μόνο.


Σήμερα πενθούμε το θάνατο μιας αγαπημένης παλιάς φίλης, τής Κοινής Λογικής, η οποία μας συντρόφευε για πολλά χρόνια. Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα την ηλικία της αφού το μητρώο γέννησής της έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό σε γραφειοκρατικές διατυπώσεις. Θα τη θυμόμαστε ως κάποια που μας δίδαξε πολύτιμα μαθήματα όπως αυτά:

-Έχε την κοινή λογική να προστατεύεσαι. -Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι. -Η ζωή δεν είναι πάντα δίκαιη, και... -Ίσως ήταν δικό μου το φταίξιμο. Κλπ.

Η Κοινή Λογική έζησε σύμφωνα με απλές, συνετές οικονομικές πολιτικές, όπως: Μην ξοδεύετε περισσότερα απ' αυτά που κερδίζετε, και... αξιόπιστες στρατηγικές: όπως: Υπεύθυνοι είναι οι ενήλικες και όχι τα παιδιά. Η υγεία της άρχισε να επιδεινώνεται ραγδαία όταν τέθηκαν σε ισχύ καλοπροαίρετοι αλλά αυταρχικοί κανονισμοί. Αναφορές για ένα 6χρονο αγόρι που κατηγορήθηκε για σεξουαλική παρενόχληση επειδή φίλησε μια συμμαθήτριά του, για εφήβους που αποβλήθηκαν από το σχολείο επειδή χρησιμοποίησαν στοματικό διάλυμα μετά το γεύμα και για έναν δάσκαλο που απολύθηκε επειδή επέπληξε έναν απείθαρχο μαθητή, απλώς επιδείνωσαν την κατάστασή της. Η Κοινή Λογική έχασε έδαφος όταν γονείς επιτέθηκαν σε δασκάλους επειδή έκαναν τη δουλειά που οι ίδιοι δεν είχαν καταφέρει να κάνουν αναφορικά με την πειθάρχηση τών ανυπάκουων παιδιών τους. Η υγεία της επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο όταν τα σχολεία υποχρεώθηκαν να παίρνουν τη γονική συναίνεση για να βάλουν αντηλιακό ή να δώσουν μια ασπιρίνη σ' ένα μαθητή αλλά δεν μπορούσαν να ενημερώσουν τους γονείς όταν μια μαθήτρια έμενε έγκυος και ήθελε να κάνει έκτρωση. Η Κοινή Λογική έχασε τη θέληση για ζωή όταν οι εκκλησίες έγιναν επιχειρήσεις και οι εγκληματίες τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης από τα θύματά τους. Η Κοινή Λογική δεν κατάφερε να ξεπεράσει το γεγονός ότι, όχι μόνο δεν μπορούσες να υπερασπιστείς τον εαυτό σου από ένα διαρρήκτη μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, αλλά ο διαρρήκτης μπορούσε και να σε μηνύσει για βιαιοπραγία. Η Κοινή Λογική παραιτήθηκε τελικά από κάθε θέληση για ζωή όταν μια γυναίκα που τάχα δεν κατάλαβε ότι ένα αχνιστό φλιτζάνι καφέ ήταν ζεστό, έχυσε λίγο στην ποδιά της κι' ανταμείφθηκε άμεσα μ' έναν τεράστιο διακανονισμό. Πριν από το θάνατο τής Κοινής Λογικής είχε προηγηθεί ο θάνατος τών γονιών της, τής Αλήθειας και τής Εμπιστοσύνης, τής συζύγου Σύνεσης και τών παιδιών της Ευθύνης και Λογικής. Έχουν επιζήσει τα 4 ετεροθαλή αδέλφια της:


· Ξέρω τα Δικαιώματά μου


· Το Θέλω τώρα


· Κάποιος άλλος φταίει


· Είμαι θύμα


Στην κηδεία της δεν παρευρέθησαν πολλοί καθώς ελάχιστοι συνειδητοποίησαν ότι απεβίωσε. Αν τη θυμάστε ακόμα, προωθήστε το. Αν όχι, συνταχθείτε με την πλειοψηφία και μην κάνετε τίποτα.


www.aionios-eternauta.blogspot.com



Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Ο πανηγυρικός της 28ης Οκτωβρίου.


Aionios-Eternauta






Ο πανηγυρικός της 28ης Οκτωβρίου που ανέγνωσε από τον άμβωνα της Εκκλησίας ο θεολόγος του Γυμνασίου Σαγέικων Αχαίας, Γιώργος Μάλφας και άφησε άφωνους τους πάντες.

Μια φωνή περηφάνειας και αντίστασης μέσα από την οργή και την απελπισία...


Εβδομήντα χρόνια μετά.


Γιορτάζεις την Εθνική Αντίσταση του Λαού μας, τραγουδάς «γυναίκες Ηπειρώτισσες», υψώνεις αμήχανα σημαίες, χορεύεις από κεκτημένη συνήθεια στις πλατείες. Φέτος όμως, δυσκολεύεσαι να πεις το «ΟΧΙ». Δεν είσαι σίγουρος, αμφιβάλλεις. Φοβάσαι τους συνειρμούς, τις πιθανές παρεξηγήσεις. Τρέμεις τις συνέπειες.


Χρόνια τώρα, επαναλάμβανες τελετουργικά μονότονα το «ΟΧΙ» του παππού σου. Καμάρωνες τη θυσία του, θριαμβολογούσες αδαπάνητα για τα κατορθώματα και τους ηρωισμούς της γενιάς του. Στις δεκαετίες όμως που ακολούθησαν κατασπατάλησες νωχελικά την ελευθερία που σου χάρισε! Έφτιαξες τη ζωή σου. Το δικό σου, επιτέλους, σπίτι, και το δικό σου εξοχικό. Έκανες ταξίδια μακρινά και πολυδάπανα, σε προορισμούς εξωτικούς. Αγόρασες πρώτο και μετά δεύτερο αυτοκίνητο. Χρεώθηκες ασυλλόγιστα δάνεια, δόσεις και κάρτες που αφειδώς σου πρόσφεραν οι τράπεζες. Μπούχτισες τα παιδιά σου φροντιστήρια και ιδιαίτερα, να σπουδάσουν προσοδοφόρα επαγγέλματα, να γίνουν υψηλόβαθμα «στελέχη διοίκησης επιχειρήσεων». Εκμεταλλεύτηκες, με όλους τους δυνατούς τρόπους, τους μετανάστες που είχαν την ανάγκη σου, για να μαζέψουν τις ελιές σου, να χτίσουν και να καθαρίσουν το σπίτι σου, να. φυλάξουν τα παιδιά σου. Έπαιξες στο Χρηματιστήριο το κληρονομημένο βιος των γονιών σου και αγόρασες «αέρα» που σου πούλησαν οι αετονύχηδες της ελεύθερης αγοράς. Συναλλάχθηκες μ΄ αυτό το άθλιο κράτος κάτω απ΄ το τραπέζι κάμποσες φορές, δεν θυμάσαι και συ πόσες. για τη στρατιωτική θητεία του γιου σου, το διακανονισμό της εφορίας, το αυθαίρετο δίπλα στη θάλασσα, το διορισμό στην επίζηλη δημοσιοϋπαλληλία, τη λίστα αναμονής σε κάποιο νοσοκομείο. Διασκέδασες την πλήξη σου βόσκοντας αμέριμνα στα λιβάδια της τηλεόρασης, κάνοντας φωτοσύνθεση με την προπαγάνδα και το γούστο των αχρείων της κάθε εξουσίας. Ατίμασες την ψήφο σου ξανά και ξανά για μια «εξυπηρέτηση», εκδούλευση των φαύλων της κομματοκρατίας, των επαγγελματιών και των κληρονόμων της πολιτικής.

Φέτος όμως, τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Η γιορτή δεν είναι πια γιορτή. Μεγάλα λόγια δεν βγαίνουν απ΄ το στόμα. Φειδωλή και ντροπαλή η εθνική σου αξιοπρέπεια προσποιείται, καμώνεται πως γιορτάζει κάτω απ΄ το αυστηρό βλέμμα της επιτήρησης. Στενάχωρα όλα. Μέσα μας, γύρω μας, παντού. «Το αδιέξοδο της χώρας στις ψυχές των κατοίκων της». Πατρίδα υποτελής και υπόχρεη. Πατρίδα «πεδίο βολής φθηνό». Πατρίδα έρμαιο της απληστίας των τοκογλύφων, των ισχυρών του χρήματος, των δανειστών που γυρεύουν πίσω τα λεφτά τους. Σε υποτιμούν σήμερα άμοιρη πατρίδα μου για να σε αγοράσουν τζάμπα αύριο.

Πεθαίνω σαν χώρα! Ακούς την κραυγή; Βλέπεις και συ το κακό που μας βρήκε; «Όποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας.».

Πατρίδα, κατοχή και αντίσταση: κι αν οι λέξεις άδειασαν με τα χρόνια, δεν φταίνε οι λέξεις, οι ζωές μας άδειασαν! Πριν λιποψυχήσουν οι λέξεις, λιποψυχεί το φρόνημα των ανθρώπων, η θέληση των λαών να παραμείνουν αδούλωτοι. Όχι παιχνίδια με τις λέξεις! Ποιος δικαιούται να μιλάει στη γιορτή σήμερα για πατρίδα, για κατοχή και αντίσταση; Οι πατριδοκάπηλοι που κάθε φορά, την κρίσιμη στιγμή, συνθηκολογούσαν με τον κατακτητή; Ή μήπως, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που εγκατέλειπαν την πατρίδα και το λαό την ώρα της μάχης, για να επιστρέψουν κατόπιν ως εθνοσωτήρες και ελευθερωτές;


«Ποιος είναι, λοιπόν, πατριώτης;»

Ο Άρης Βελουχιώτης, το τραγικό αυτό σύμβολο της Αντίστασης του Λαού μας, έχει κάτι να σου πει:

«Ποιος είναι ο πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σ΄ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι΄ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»

Εδώ θα παραμείνουμε, δε θα φύγει κανείς, κυνηγημένε απ΄ όλους Καπετάνιε!

Εδώ, να φυλάμε τα πεζούλια που μας άφησες! Θα μοιραστούμε αν χρειαστεί ακόμη και τη φτώχια μας, την ανάγκη, την οργή μας, μα δεν θα εγκαταλείψουμε. Γι΄ αυτό.

«Τα καράβια μου καίω / δεν θα πάω πουθενά.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ /

να χάδι ως τώρα / πάντα εδώ θα γυρνώ

από πείσμα και τρέλα θα ζω /

σε τούτη τη χώρα / ώσπου να βρω νερό

γιατί ανήκω εδώ.

Σταυρωμένη πατρίδα /

μες στα μάτια σου είδα /

της ανάστασης φως».

(Τα καράβια μου καίω,

Ν. Πορτοκάλογλου)

Πάτρα, Οκτώβριος 2010

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Ψωροκώσταινα...


Aionios-Eternauta

Στην εποχή που κυβερνούσε την Ελλάδα ο Καποδίστριας ζούσε στο Ναύπλιο μια ζητιάνα, που την έλεγαν «Ψωροκώσταινα».

Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα.

Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε. Μόνο που, όταν λέγεται τώρα δεν εννοεί το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ολόκληρη την χώρα...

Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας (Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13) είναι η εξής: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι», είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στην πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη την Κυριακή του 1826.

Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της.»

Κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή πέφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η συνέχεια της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή αποθανατίστηκε με το παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα». Και το παρανόμι αυτό κόλλησε έπειτα στην Ελλάδα.

Αλλά, ποιά ήταν αυτή η «Ψωροκώσταινα»; Ήταν η κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την ομορφιά της.

Όταν αργότερα οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.

Εκεί αναγνωρίστηκε από τον ομοιοπαθή της Βενιαμίν τον Λέσβιο, την προστάτεψε και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο. Στο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει και η Πανωραία, για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με σαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου.

Έπειτα από το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο, όταν έφτασε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε κι όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που τώρα έγινε γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή.

Aionios Eternauta.. Έτσι λοιπόν... Πανωραία ή Ψωροκώσταινα...Όπως η Ελλάδα μας.. Όμορφη & Παράξενη Πατρίδα...πανωραία & Ψωροκώσταινα..όπως την κατάντησαν ανίκανοι "άρχοντες" & ανάξιοι νεο.. Έλληνες ..

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Πλούτος, Ευτυχία, Αγάπη..



Aionios-Eternauta




Βγαίνοντας μια μέρα μια γυναίκαι από το σπίτι της είδε τρείς παραμυθένιους γέροντες με μακριές λευκές γενειάδες, να στέκονται στον μπροστινό κήπο. ‘Εψαξε στο νου της αλλά δεν τους αναγνώρισε.
- Δεν μου φαίνεται να σας ξέρω, αλλά θα πρέπει να πεινάτε. Κοπιάστε να σας βάλω κάτι να φάτε...είπε η νοικοκυρά.
- Ο νοικοκύρης είναι μέσα; ρώτησαν εκείνοι...
- Οχι, λείπει, είπε η γυναίκα...
- Τότε δε μπορούμε να περάσουμε ακόμη, απάντησαν ξανά εκείνοι.
Οταν αργά το βράδυ γύρισε ο σύζυγός της, εκείνη του διηγήθηκε τι συνέβη.
- Πήγαινε πες τους ότι γύρισα και προσκάλεσε τους να περάσουν, της είπε ο άντρας της αφού την άκουσε κι εκείνη βγήκε και τους κάλεσε μέσα.
- Δεν μπαίνουμε ποτέ σ' ένα σπίτι όλοι μαζί, είπαν οι γέροντες...

- Και γιατί; ρώτησε η γυναίκα...
Ο ένας απ' αυτούς της εξήγησε:
- Το όνομα αυτού (κι έδειξε έναν από τους γέροντες), είναι Πλούτος...Το όνομα εκείνου (κι έδειξε τον άλλον) είναι Επιτυχία κι εγώ ονομάζομαι Αγάπη.... Αν θέλετε τώρα πηγαίνετε μέσα και συναννοηθείτε με το σύζυγό σας ποιόν από εμάς θέλετε να περάσει.
Η γυναίκα μπήκε σπίτι της κι ανάφερε στον άντρα της αυτά που της είπαν οι τρεις γέροντες. Εκείνος ενθουσιάστηκε.
- Υπέροχα! Το καλύτερο είναι να προσκαλέσουμε τον Πλούτο. Ας περάσει μέσα κι ας γεμίσει το σπίτι μας με πλούτη...
Η σύζυγος διαφώνησε.
- Αγάπη μου, γιατί να μην καλέσουμε την Επιτυχία;
Η κόρη τους άκουγε απ'ό την άλλη άκρη του σαλονιού και μπήκε στη μέση:
- Δεν θα ήταν καλύτερο να προσκαλέσουμε την Αγάπη; Ετσι το σπιτικό μας όλο θα γεμίσει με αγάπη...
- Έχεις δίκιο! Πήγαινε να καλέσεις να φιλοξενήσουμε την Αγάπη, είπε ο πατέρας.
Η νοικοκυρά βγήκε και ρώτησε τους τρείς γέροντες:
- Ποιός από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ περάστε να σας περιποιηθούμε...
Αυτός που ονομαζόταν Αγάπη σηκώθηκε και προχώρησε προς το σπίτι, ενώ κι οι άλλοι δυο τον ακολούθησαν. Γεμάτη έκπληξη η γυναίκα ρώτησε τον Πλούτο και την Επιτυχία:
- Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη, γιατί μπαίνετε όλοι σας μέσα;
Και οι τρεις γέροντες απάντησαν όλοι μαζί:
- Αν είχατε καλέσει τον Πλούτο ή την Επιτυχία, τότε οι άλλοι δυό θα μέναμε απέξω, αλλά εφ' όσον καλέσατε την Αγάπη, εκεί που αυτή πηγαίνει κι εμείς ακολουθούμε. Οπουδήποτε υπάρχει Αγάπη, εκεί υπάρχουν επίσης Πλούτος κι Επιτυχία...

Σχόλιο Aionios-Eternauta : Τίποτα δεν είναι πιό απλό αλλά συνάμα & πιο σύνθετο από το να μάθεις να αγαπάς...