Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Aionios-Eternauta






ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ..

Η ελληνική μυθολογία μας μιλά για μια όμορφη πριγκίπισσα που ονομαζόταν Φυλλίς, και που ήταν θυγατέρα ενός 
βασιλιά της Θράκης.
Αυτή ερωτεύτηκε τον γιο του Θησέα τον Δημοφώντα. Ο νέος αυτός βρέθηκε στα μέρη της καθώς επέστρεφε με το καράβι του από την Τροία και ο βασιλιάς του έδωσε ένα μέρος του βασιλείου του και την θυγατέρα του για γυναίκα.Μετά από κάποιο διάστημα ο Δημοφών νοστάλγησε την πατρίδα του την Αθήνα τόσο πολύ που ζήτησε να πάει εκεί για λίγο διάστημα. Η Φυλλίς συμφώνησε αφού της υποσχέθηκε ότι θα γύριζε πίσω σύντομα και έτσι εκείνος μπήκε στο καράβι του και απέπλευσε. Η Φυλλίς έμεινε εγκαταλειμμένη περιμένοντας τον εκλεκτό της καρδιάς της, στον τόπο της τελετής του γάμου της. Η Φυλλίς περίμενε για χρόνια την επιστροφή του, αλλά τελικά πέθανε από μαρασμό. Οι θεοί, από οίκτο, μεταμόρφωσαν την Φυλλίδα σε δέντρο, σε αμυγδαλιά, η οποία έγινε σύμβολο της ελπίδας. Όταν ο περιπλανώμενος, γεμάτος τύψεις, Δημοφών επέστρεψε, βρήκε τη Φυλλίδα σαν ένα γυμνό δέντρο χωρίς φύλλα και άνθη. 
Απελπισμένος αγκάλιασε το δέντρο, το οποίο ξαφνικά πλημμύρισε από λουλούδια, δείχνοντας ότι η αγάπη....... δεν μπορεί να νικηθεί...... από το θάνατο......

Γιατί Διάλεξα Αυτό το Θέμα Σήμερα Αρχή της Άνοιξης; Γιατί είναι η μοναδική εικόνα που μου έρχεται στο Νου... Μέσα στο Χειμώνα! Στο Χειμώνα της Ψυχής, στο Χειμώνα των Ανθρώπων, της Οικονομίας, της Χώρας.. 
Μια Εικόνα Ανθισμένης Αμυγδαλιάς... Μια Πνοή Αγάπης Εκεί που Χειμάζουν τα Όνειρα και οι Ελπίδες.. Η Άνοιξη Έρχεται.. και Αυτή την Φέρνει Μοναχά η ΑΓΑΠΗ...
Η Άνοιξη Έρχεται Μέσα μας Μόνο Αν την Αφήσουμε Εμείς....

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Aionios-Eternauta

 Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν;
Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές,
για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν; 
 
Μούτρα. Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις.
Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.
 
Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις
. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου. 
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.
 
Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.
Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη,
μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
 
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς.
Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
 
 
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
 
 


Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Μεταξωτοί άνθρωποι..

Aionios-Eternauta


Μεταξωτοί άνθρωποι...

Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος:
«Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι ...;
Μου 'μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας.
Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» ...; Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι' αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων ...;
Παρ' όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους.
Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό ...;
Φερ' ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι
για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το 'χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία... Κάποτε βρέθηκα σ' ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός
καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους
και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα...
Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι.
Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς
βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.
Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει.
Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου - και το κατάλαβα από την
πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...
Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται...
Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά...
Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων...


Γιάννης Τριάντης ο συγγραφέας του κειμένου.

Όταν υπάρχουν άνθρωποι και με κάνουν να αισθάνομαι Άνθρωπος, τότε πρέπει να μεταδώσουμε αυτό το μοίρασμα σε όσους μπορούν να το λάβουν.
Το αναδημοσιεύω λοιπόν αυτούσιο. Το κείμενο έφτασε στα χέρια μου από το μοίρασμα μιας αγαπημένης φίλης και το μοιράζομαι με την σειρά μου με όσους επιθυμούν να το λάβουν.
Οι μέρες μας,  το ζητούν. Οι καιροί, το απαιτούν

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Μητέρα Των Μαχών

Aionios-Eternauta
Για τον Πατέρα & τους Παππούδες Που Έδωσαν τα ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ & ΔΕΝ ΖΗΤΗΣΑΝ ΤΙΠΟΤΑ.. 

 
Πριν πιάσεις “τ’ άρματα”, σκέψου προσεκτικά τον λόγο που μπαίνεις στη μάχη.
Εάν μπεις στη μάχη για τα φράγκα, για την κονόμα, για “οικονομικά αιτήματα”, τότε είσαι ένα πορτοφόλι. Αναπόφευκτα θα σε αδειάσουν και θα σε πετάξουν στα σκουπίδια.  Εάν μπεις στη μάχη για την αλαζονεία, για τη “μαγκιά” και την φιγούρα, τότε θα έχεις την τύχη του Κόκορα. Τον αφήνουν στο κοτέτσι πλουμιστό, να νομίζει ότι είναι ο βασιλιάς και να κοκορεύεται μέχρι που μια ωραία πρωΐα, αντιλαμβάνεται ότι είναι απλώς η μακαρονάδα του αφεντικού.        
Εάν μπεις στη μάχη για την Ιδέα, για το σύνολο, για την γέννα που έρχεται, για τη γενιά που έφυγε, αυτά δηλαδή που απαρτίζουν το Έθνος (=Γέννα), εάν μπεις στη μάχη με απόλυτη αυτογνωσία ότι μάχεσαι για να προσφέρεις και όχι για να πάρεις, με πίστη σε ένα κοινό και αγνό ιδεώδες, με ορθολογισμό ότι μάχεσαι για το δίκαιο, την Αλήθεια και όχι για το “ίδιον”, τότε έχεις πιάσει έναν αρχέγονο σφυγμό. Τον σφυγμό που κάνει την ανατροπή, που κάνει τα αδύνατα δυνατά, που κάνει τα θαύματα. Την αιώνια αρχή που υποτάσσει το σαθρό και το άδικο. Το πρότυπο που έχει αποθεωθεί και τεκμηριωθεί ανά τους αιώνες, ενσαρκωμένο στον μαχητή που μπήκε ενάντια στην “λογική κατάληξη” με ενθουσιασμό (Εν Θεώ Ουσία) γιατί ο σκοπός του ήταν Θείος. Αληθινός. Η ίδια η Αλήθεια.     
Ας θυμηθούμε τον Κολοκοτρώνη. Προδομένος από το γένος του, από τους επίορκους του Έθνους του, τα χρηματισμένα “πατριωτάκια” που του στέρησαν μέχρι και τον γιό του τον πρωτότοκο. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο άνθρωπος που έφερε τη λευτεριά. ΕΝΑΣ άνθρωπος, ένας μαχητής αρκούσε για να Ενθουσιάσει τους ραγιάδες, ενάντια στον φόβο, την ηττοπάθεια, την υπεροπλία και υλική ισχύ των αδίκων, την προδοσία των ημετέρων. Τι ομοιότητες Θέε μου. Δεν ήταν υπεράνθρωπος, έγινε απλώς αυτό για το οποίο πολεμούσε. Τι ήταν αυτό; Μα το είπε ο ίδιος ξεκάθαρα:
“Για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία”
Βρε κάτι συμπτώσεις… Τι έλεγε ο Μέγας Αλέξανδρος πριν τη μάχη στην επίκληση που του έμαθε η Ορφική Ολυμπιάδα;
“Ζευ Βασιλεύ και Γαία”
Μα και όταν η Θυσία ήταν αναπόφευκτη, ο Θανάσης (Αθάνατος) Διάκος:
Πατέρα παντοδύναμε, κουσες τήν εχή μού• μου φύτεψες μέσ’ στν καρδιά γάπη, πίστη, λπίδα, δωκες μία χτίδα Σου θέρα στ σπαθί μου κα μο’πές: Τώρα πέθανε γι Μέ, γι τν Πατρίδα.
Ο Μισόζωος εχθρός λοιπόν, δεν φοβάται ούτε τους συνδικαλιστές, ούτε τους “ξερόλες”. Φοβάται αυτούς τους τρελούς, τους αδίστακτους. Γνωρίζει ότι δε μπορεί να τους αγοράσει. Δε μπορεί να τους “θαμπώσει”, δεν μπορεί να τους φοβίσει. Το κυριότερο, δε μπορεί ούτε να τους εξαπατήσει διότι απλούστατα γνωρίζουν την Αλήθεια.  Ζούμε την Αλήθεια ως υπέρτατη πράξη Ελευθερίας. Την λέμε ως πράξη επαναστατική, όπως είπε ο Όργουελ. Ούτε χίλιες Δραγώνες ούτε όλα τα ΜΜΕ δεν θα μας ρίξουν στη λήθη. Γιατί είναι η αιώνια συνταγή Νίκης. Από τα χρόνια του Διός, του Λεωνίδα, μέχρι σήμερα:

…κα γνώσεσθε τν λήθειαν κα λήθεια λευθερώσει μς.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Παιδαγωγός

Aionios-Eternauta


 Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της την Ε' δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου η κυρία Τζοβάννα είπε στα παιδιά ένα ψέμα.
Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τους μαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, διότι εκεί στην μπροστινή σειρά, βυθισμένο στο κάθισμά του ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μάνος Μανούσας. Η κυρία Τζοβάννα είχε παρακολουθήσει τον Μάνο την προηγούμενη χρονιά και είχε προσέξει ότι ο Μάνος δεν έπαιζε καλά με τα άλλα παιδιά. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα. Πάντα φαινόταν ότι χρειαζόταν μπάνιο.Και ο Μάνος μπορούσε να είναι πολύ
δυσάρεστος.Στο σχολείο που δούλευε η κυρία Τζοβάννα έπρεπε να επιθεωρήσει του κάθε μαθητού το ιστορικό. Άφησε του Μάνου το ιστορικό να το διαβάσει τελευταίο.
Όταν όμως διάβασε το ιστορικό που έγραφαν οι προηγούμενες δασκάλες έμεινε έκπληκτη!
Η δασκάλα της Α' δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι ένα φωτεινό παιδί με έτοιμο πάντα το χαμόγελο. Κάνει τις εργασίες του σωστά και προσεγμένα, και έχει καλούς τρόπους. είναι χαρά να τον έχουμε κοντά μας».
Η δασκάλα της Β' δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι άριστος μαθητής. Αγαπητός από τους  συμμαθητές του, αλλά φαίνεται προβληματισμένος εξ αιτίας της μητέρας του που έχει μια ανίατη ασθένεια, η ζωή στο σπίτι θα είναι δύσκολη».
Η δασκάλα της Γ' δημοτικού έγραφε: «Ο θάνατος της μητέρας του ήταν πολύ σκληρός και οδυνηρός για αυτόν. Προσπαθεί να κάνει καλά τις εργασίες του, αλλά ο πατέρας του δε δείχνει πολύ ενδιαφέρον. Η ζωή του σπιτιού σύντομα θα τον επηρεάσει εάν δε παρθούν ορισμένα μέτρα».Η δασκάλα της Δ' δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος έχει αποσυρθεί και δεν δείχνει ενδιαφέρον για το σχολείο. Δεν έχει πολλούς φίλους και πολλές φορές κοιμάται στην τάξη».
Διαβάζοντας όλα αυτά η κυρία Τζοβάννα κατάλαβε το πρόβλημα και ντράπηκε πολύ για τον εαυτό της. Αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα, όταν οι μαθητές της της έφεραν χριστουγεννιάτικα δώρα. Όλα ήταν διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά με ωραίους φιόγκους, εκτός από του Μάνου. Το δώρο του ήταν άγαρμπα διπλωμένο σε μια καφετιά χοντρή σακούλα του μανάβη. Η κυρία Τζοβάννα δυσκολεύτηκε να το ανοίξει εν μέσω των άλλων δώρων. Μερικά παιδιά άρχισαν να γελάνε όταν έβγαλε από τη σακούλα ένα βραχιόλι που λείπανε μερικές από τις ψεύτικες αδαμάντινες χάντρες και ένα μπουκάλι ένα τέταρτο γεμάτο άρωμα. Αλλά έπνιξε τα γέλια των μαθητών καθώς είπε θαυμαστικά πόσο όμορφο ήταν το βραχιόλι φορώντας το στο χέρι της και βάζοντας μερικές σταγόνες στον καρπό του χεριού της.
Ο Μάνος έμεινε λίγο παραπάνω στο σχολείο στο σχόλασμα για να πει «κυρία Τζοβάννα σήμερα μυρίζατε όπως ακριβώς μύριζε η μαμά μου». Όταν έφυγαν τα παιδιά έκλαιγε για περίπου μισή ώρα. Από εκείνη την ημέρα η κυρία σταμάτησε να διδάσκει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στο Μάνο. Καθώς δούλευε μαζί του το μυαλό του ζωντάνευε. Όσο πιο πολύ τον
ενθάρρυνε τόσο πιο γρήγορα ανταποκρινόταν. Έως το τέλος του χρόνου ο Μάνος είχε γίνει ένα από τα πιο έξυπνα παιδιά της τάξης του, και παρόλο το ψέμα ότι θα αγαπούσε όλα τα παιδιά το ίδιο η κυρία Τζοβάννα ευνοούσε τον Μάνο ιδιαίτερα.
Μετά από ένα χρόνο βρήκε ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα της. Ήταν από τον Μάνο. Της έλεγε ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.
Πέρασαν έξι χρόνια πριν πάρει άλλο σημείωμα από τον Μάνο. Της έγραφε ότι τελείωσε το Λύκειο και ήταν τρίτος στην τάξη του, και ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.
Μετά τέσσερα χρόνια πήρε άλλο ένα σημείωμα που της έλεγε ότι παρόλο που τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα κατάφερε να επιμείνει και να συνεχίσει τις σπουδές του, και ότι σύντομα θα αποφοιτούσε από το πανεπιστήμιο με τις μεγαλύτερες διακρίσεις. Την διαβεβαίωνε ότι αυτή ήταν η πιο αγαπητή δασκάλα που είχε σε όλη του την ζωή.
Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια και έφτασε ακόμα άλλο ένα γράμμα. Αυτή τη φορά εξηγούσε ότι αφού πήρε το δίπλωμά του αποφάσισε να προχωρήσει πιο πολύ και να κάνει διδακτορικό. Στο γράμμα εξηγούσε ότι αυτή παρέμεινε η πιο καλή και αγαπητή δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του. Μα τώρα το όνομά του ήταν πιο μακρύ Dr. Εμμανουήλ Σ. Μανούσος.
Η ιστορία δεν τελείωνε εκεί. Υπήρξε ακόμη ένα γράμμα εκείνη την άνοιξη. Ο Μάνος της ανακοίνωνε ότι είχε γνωρίσει μια υπέροχη κοπέλα την οποία θα παντρευόταν. Της εξηγούσε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν μερικά χρόνια και αναρωτιόταν αν θα συμφωνούσε να παραβρεθεί στο γάμο και να καθόταν στη θέση της μητέρας του γαμπρού. Βεβαίως η κυρία Τζοβάννα δέχτηκε. Μαντέψτε!
Στο γάμο φορούσε εκείνο το βραχιόλι που της είχε δωρίσει κάποια Χριστούγεννα - χρόνια πίσω.
Ναι, εκείνο το βραχιόλι που έλειπαν οι αδαμάντινες πέτρες.
Και βεβαιώθηκε ότι φορούσε το ίδιο άρωμα που θυμόταν ότι φορούσε η μητέρα του Μάνου στα τελευταία τους Χριστούγεννα μαζί.
Όταν συναντήθηκαν αγκαλιάστηκαν με στοργή. Ο κύριος Μανούσος ψιθύρισε στο αυτί της κυρίας Τζοβάννας «Σας ευχαριστώ κυρία Τζοβάννα που πιστεύατε σε μένα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με κάνατε να νιώθω σπουδαίος και μου δείξατε πως εγώ μπορούσα να διαφέρω».
Η κυρία Τζοβάννα με δάκρυα στα μάτια ψιθύρισε: «Μάνο μου λάθος κατάλαβες. Εσύ ήσουν που δίδαξες σε εμένα πώς να διαφέρω. Δεν ήξερα πώς να διδάσκω μέχρι που σε γνώρισα».
Σε παρακαλώ να θυμάσαι πως ό,τι κι αν κάνεις, όπου κι αν πας θα έχεις την ευκαιρία να αγγίξεις ή και να αλλάξεις τη σκοπιά, την άποψη ενός ανθρώπου.
Και όταν το κάνεις σε παρακαλώ προσπάθησε να την κάνεις θετική

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

"Υπάρχω γιατί υπάρχουμε"


Aionios-Eternauta


Ubuntu !
Ένας ανθρωπολόγος πρότεινε το ακόλουθο παιχνίδι στα παιδιά μιας Αφρικάνικης φυλής: Τοποθέτησε ένα καλάθι γεμάτο ζουμερά φρούτα δίπλα σ' ένα δέντρο και είπε στα παιδιά ότι όποιο από αυτά φτάσει πρώτο στο καλάθι θα πάρει όλα τα φρούτα. Όταν τους έδωσε το σινιάλο για να τρέξουν, πιάστηκαν χέρι χέρι και ξεκίνησαν να τρέχουν όλα μαζί. Ύστερα κάθισαν σ' έναν κύκλο για να φάνε τα φρούτα. Όταν ρώτησε τα παιδιά γιατί το έκαναν αυτό αφού κάποιο από αυτά θα μπορούσε να είχε καρπωθεί όλα τα φρούτα, τα παιδιά απάντησαν "UBUNTU" που σημαίνει «δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι αν έστω ένας από εμάς είναι στενοχωρημένος!» Η λέξη "UBUNTU" στην γλώσσα τους σημαίνει «Υπάρχω γιατί υπάρχουμε» 

Έγινε λοιπόν το αντίστοιχο παίγνιο και σε ένα Γυμνάσιο χώρας-μέλους της Ευρωζώνης με την διαφορά ότι το καλάθι δίπλα στο δένδρο περιείχε ένα γυαλιστερό iPod, ένα iPad και ένα iPhone, πάλι με την εξήγηση ότι ο πρώτος τα παίρνει όλα.
Όταν λοιπόν δόθηκε το σινιάλο για να τρέξουν, έπεσαν αγκωνιές, τρικλοποδιές, μπουνιές και τελικά το πιο μεγαλόσωμο παιδάκι έφτασε πρώτο και πήρε και τα τρία gadgets. Ύστερα, μερικά παιδάκια κάθισαν γύρω από τον μεγαλόσωμο συμμαθητή τους και τον παρακολουθούσαν να χειρίζεται τα ηλεκτρονικά καλούδια με θαυμασμό, κάποια άλλα είχαν περικυκλώσει τον ανθρωπολόγο και διαμαρτύρονταν για τους άδικους κανόνες του παιγνίου απειλώντας τον ότι θα τον καταγγείλουν στον Διευθυντή του Σχολείου και στον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό, ενώ κάποια άλλα δέχθηκαν μοιρολατρικά την τύχη τους, ψελλίζοντας ότι το όλο παίγνιο ήταν στημένο από ξένα κέντρα εξουσίας. 
Όταν ο ανθρωπολόγος συνήλθε και επέβαλε την δέουσα τάξη, πλησίασε το παιδάκι που νίκησε και το ρώτησε γιατί κράτησε και τα τρία gadgets αντί να σκεφτεί να κρατήσει το ένα και να μοιράσει τα υπόλοιπα σε δυο φίλους του. Εκείνο, του απάντησε μονολεκτικά 'ZBOUTSAM', που σημαίνει 'Στην Πού....α μου'.
Η λέξη 'ZBUTSAM' στην γλώσσα της εν λόγω χώρας - φυλής σημαίνει "υπάρχω για να ζω σε βάρος των υπολοίπων, συγγενών, συμμαθητών, ντόπιων ή ξένων και το βρίσκω απολύτως φυσικό".
Το σχολείο του πειράματος ήταν το 2ο Γυμνάσιο/Λύκειο Ελασσόνας και η χώρα του σχολείου, η Ελλάδα, έχει ήδη επίσημα χρεοκοπήσει από τις 19.05.2010. Ανεπίσημα δε, πολλά χρόνια πριν.


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Aionios-Eternauta

Κάποτε ένας κινέζος μαθητής ρώτησε τον δάσκαλο του:

«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Παράδεισο και στην Κόλαση;»
Ο δάσκαλος του απάντησε: «Πολύ μικρή, ωστόσο έχει μεγάλες συνέπειες.
Έλα θα σου δείξω την Κόλαση»...
Μπήκαν σε ένα δωμάτιο, όπου μια ομάδα ανθρώπων κάθονταν γύρω από μια τεράστια χύτρα γεμάτη ρύζι. Όλοι όμως έμοιαζαν απελπιστικά πεινασμένοι.
Ο καθένας είχε από ένα παράξενο κουτάλι που το κρατούσε από την άκρη με προσοχή κι έφτανε ως τη χύτρα.
Κάθε κουτάλι, όμως, είχε τόσο μακρύ χερούλι που δεν μπορούσαν να το φέρουν στο στόμα τους. Η πείνα και η ταλαιπωρία ήταν φοβερή.
-«Έλα» είπε μετά ο δάσκαλος. «Τώρα θα σε πάω στον Παράδεισο».
Μπήκαν σε ένα άλλο δωμάτιο, πανομοιότυπο με το πρώτο, υπήρχε η ίδια χύτρα ρυζιού, οι ίδιοι ανθρώπων και τα ίδια περίεργα κουτάλια. Εκεί όμως όλοι έμοιαζαν πραγματικά ευτυχισμένοι.
-«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο μαθητής. «Γιατί εδώ είναι όλοι ευτυχισμένοι, ενώ στο άλλο δωμάτιο είναι τόσο δυστυχισμένοι, τη στιγμή που όλα είναι ίδια και πανομοιότυπα;»
Ο δάσκαλος χαμογέλασε και απάντησε:
«Εδώ έμαθαν να ταΐζουν ο ένας τον άλλον.....»