Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Αργοπεθαίνει...



Aionios-Eternauta



Αργοπεθαίνει...


όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,


όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,


όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,


όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.



Αργοπεθαίνει


όποιος αποφεύγει ένα πάθος,


όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου


συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα


χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.



Αργοπεθαίνει


όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,


όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,


όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,


όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις


εχέφρονες συμβουλές.



Αργοπεθαίνει


όποιος δεν ταξιδεύει,


όποιος δεν διαβάζει,


όποιος δεν ακούει μουσική,


όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.



Αργοπεθαίνει


όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,


όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,


όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.



Αργοπεθαίνει


όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,


όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.


Αργοπεθαίνει


όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,



όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,


όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,



όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.



Αργοπεθαίνει


όποιος αποφεύγει ένα πάθος,


όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου


συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα


χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.



Αργοπεθαίνει


όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,


όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,


όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,


όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις


εχέφρονες συμβουλές.



Αργοπεθαίνει


όποιος δεν ταξιδεύει,


όποιος δεν διαβάζει,


όποιος δεν ακούει μουσική,


όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.



Αργοπεθαίνει


όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,


όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,


όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.



Αργοπεθαίνει


όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,


όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.



Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός


χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.


Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.



Pablo Neruda, “Αργοπεθαίνει…”




Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός



χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.



Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.




Pablo Neruda, “Αργοπεθαίνει…”


Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Επιτάφιος Ανθρώπων...



Aionios-Eternaut





Θεσσαλονίκη, Μάης το 1936. Μια μάνα, καταμεσς το δρόμου, μοιρολογάει τ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της κα πάνω της, βουΐζουν κα σπάζουν τ κύματα τν διαδηλωτν - τν περγν καπνεργατν. κείνη συνεχίζει τ θρνο της...




I

Γιέ μου, σπλάχνο τ
ν σπλάχνων μου, καρδούλα τς καρδις μου,
πουλάκι τ
ς φτωχις αλς, νθ τς ρημις μου,

π
ς κλείσαν τ ματάκια σου κα δ θωρες πο κλαίω
κα
δ σαλεύεις, δ γρικς τ πο πικρ σο λέω;

Γιόκα μου,
σ πο γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Πο
μάντευες τί πέρναγα κάτου π᾿ τ τσίνορό μου,

τώρα δ
μ παρηγορς κα δ μο βγάζεις χνα
κα
δ μαντεύεις τς πληγς πο τρνε μου τ σπλάχνα;

Πουλί μου,
σ πο μο φερνες νεράκι στν παλάμη
π
ς δ θωρες πο δέρνουμαι κα τρέμω σν καλάμι;

Στ στράτα δ καταμεσς τ᾿ σπρα μαλλιά μου λύνω
κα
σο σκεπάζω τς μορφς τ μαραμένο κρίνο.

Φιλ
τ παγωμένο σου χειλάκι πο σωπαίνει
κι ε
ναι σ ν μο θύμωσε κα σφαλιγμένο μένει.

Δ
μο μιλες κι δόλια γ τν κόρφο δές, νοίγω
κα
στ βυζι πο βύζαξες τ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου,
ντιστύλι μου, χαρ τν γερατει μου,
λιε τς βαρυχειμωνις, λιγνοκυπάρισσό μου,

Π
ς μ᾿ φησες ν σέρνουμαι κα ν πον μονάχη
χωρ
ς γουλιά, σταλι νερ κα φς κι νθο κι στάχυ ;

Μ
τ ματάκια σου βλεπα τς ζως κάθε λουλούδι,
μ
τ χειλάκια σου λεγα τ᾿ αγεριν τραγούδι.

Μ
τ χεράκια σου τ δυό, τ χιλιοχαϊδεμένα,
λη τη γς γκάλιαζα κι λ᾿ ετανε γι μένα.

Νιότη
π᾿ τ νιότη σου παιρνα κι κόμη χνογελοσα,
τ
γερατει δν τρόμαζα, τ θάνατο ψηφοσα.

Κα
τώρα πο θ κρατηθ, πο θ σταθ, πο θμπω,
πο
πόμεινα ξερ δεντρ σ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου,
ν δ σοναι βολετ νρθες ξαν σιμά μου,
π
ρε μαζί σου μένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι
ν εν᾿ τ πόδια μου λιγνά, μπορ ν πορπατήσω
κι
ν κουραστες, στν κόρφο μου, γλυκ θ σ κρατήσω.

III

Μαλλι
σγουρ πο πάνω τους τ δάχτυλα περνοσα
τ
ς νύχτες πο κοιμόσουνα κα πλάϊ σου ξαγρυπνοσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο κα
κοντυλογραμμένο,
καμάρα πο
τ βλέμμα μου κούρνιαζε ναπαμένο,

Μάτια γλαρ
πο μέσα τους ντίφεγγαν τ μάκρη
πρωινο
ορανο, κα πάσκιζα μν τ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο πο
ς λάλαγες νθίζαν
λιθάρια κα
ξερόδεντρα κι ηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατι
σν τ στρωτ φτερούγια τς τρυγόνας
πο
πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ πίκρα μου κι γώνας,

Μπούτια γερ
σν πέρδικες κλειστς στ παντελόνια
πο
ο κόρες τ καμάρωναν τ δείλι π᾿ τ μπαλκόνια,

Κα
γώ, μ μο βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ντρα,
σο
κρέμαγα τ φυλαχτ μ τ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζ
ο, μυριόφυλλο κ᾿ εωδιαστό μου δάσο,
π
ς ν πιστέψω μοιρη πς μπόραε ν σ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποι
Μορα στγραφε κα ποι μο τχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτι
στ στήθεια μου ν᾿ νάψει;

Πουρν
- πουρν μο ξύπνησες, μο πλύθηκες, μο λούστης
πριχο σημάνει τν αγ μακρι καμπανοκρούστης.

Κοίταες μ
ν φεξε συχν - πυκν π᾿ τ παραθύρι
κα
βιαζόσουν σ ντανε ν πς σ πανηγύρι.

Ε
χες τ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τ σαγόνι
κι ε
σουν στν τόλμη σου γλυκός, ταρος μαζ κι ηδόνι.

Κα
γ φτωχει κ᾿ νέμελη κα γ τρελλ κ᾿ σκύλα,
σο
ψηνα τ φασκόμηλο κι χν ματιά μου φίλα

Μι
- μι τς χάρες σου, καλέ, κα τ λαμπρό σου θωρ
κι
γαλλόμουν κα γέλαγα σν τρυφερούλα κόρη.

Κι ο
δ κακόβαλα στιγμ κι οδ᾿ τρεξα ξοπίσω
τ
στήθεια μου ν βάλω μπρς τ βόλια ν κρατήσω.

Κι
φτασ᾿ ργ κι, , πο ποτς μν φτανε τέτοια ρα
κι,
, κάλλιο ν γκρεμίζονταν στ καύκαλό μου χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου,
ργήσαμε· ψηλώνει λιος· λα,
κα
τ φαγάκι σου ρημο θ κρύωσε στν πιατέλα.

μπλέ σου μπλοζα τς δουλεις στν πόρτα κρεμασμένη
θ
καρτεράει τ σάρκα σου τ μαρμαρογλυμμένη.

Θ
καρτεράει τ κρύο νερ τ δροσερό σου στόμα,
θ
καρτεράει τ χντα σου τ᾿ σβεστωμένο δμα.

Θ
καρτεράει κ᾿ γάτα μας στ πόδια σου ν παίξει
κι
λιος ργς θ καρτερ στ μάτια σου ν φέξει.

Θ
καρτεράει κ᾿ ρούγα μας τ᾿ δρ περπάτημά σου
κ
᾿ ο γρίλιες ο μισάνοιχτες τ᾿ ηδονολάλημά σου.

Κα
τ συντρόφια σου, καλέ, πο τς βραδις ρχόνταν
κα
λέαν κα λέαν κι π᾿ τ δια τος τ λόγια φλογιζόνταν

Κα
μπάζανε στ σπίτι μας τ φς, τν πλάση κέρια,
παιδί μου, θ
σ καρτερν ν κάνετε νυχτέρια.

Κα
γ θ καρτεράω σκυφτ βραδ κα μεσημέρι
ν
ρθε καλός μου, θάνατος, κοντά σου ν μ φέρει.

...

ΙΧ

Παναγιά μου, ν εσουνα, καθς γώ, μητέρα,
βοήθε
ια στ γιό μου θστελνες τν γγελο π πέρα.

Κι,
χ, Θέ μου, Θέ μου, ν εσουν Θες κι ν εμασταν παιδιά σου
θ
πόναγες καθς γώ, τ δόλια πλάσματά σου.

Κι
ν εσουν δίκειος, δίκαια θ μοίραζες τν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδ
ν φάει κα ν χορτάσει.

Γιέ μου, καλ
μο τλεγε τ γνωστικό σου χελι
κάθε φορ
πο ρμήνευε, κάθε φορ πο μίλει:

μες ταγίζουμε ζω στ χέρι: περιστέρι,
κ
᾿ μες οτ᾿ να ψίχουλο δν χουμε στ χέρι.

μες κρατμε λη τ γς μς στ᾿ ργασμένα μπράτσα
κα
σκιάχτρα στέκουνται ο Θεο κι φέντη χουνε φάτσα.

χ, γιέ μου, πι δ μομεινε καμι χαρ κα πίστη,
κα
τ χλωμ κα τ στερν καντήλι μας σβήστη.

Καί, τώρα,
π σ ποι φωτι τ χέρια μου θ᾿ νοίγω,
τ
παγωμένα χέρια μου νν τ ζεστάνω λίγο;



Ο πόνος της κάθε Μάνας για το παιδί της είναι ο Ίδιος, είτε είναι η Παναγία, είτε η άγνωστη Μάνα στη Θεσσαλονίκη.
Η Μεγάλη Βδομάδα Πέρασε, Ο επιτάφιος θρήνος της Μ. Παρασκευής ηχεί ακόμα στα αυτιά των Ελλήνων, & σήμερα ήρθε η Ανάσταση του Θεανθρώπου με το "Χριστός Ανέστη εκ Νεκρών Θανάτω θάνατον Πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος".
Όμως η Ανάσταση του Ανθρώπου; Η καθημερινότητα μας λέει πως "Μερικές Αναστάσεις δεν έρχονται ποτέ!
Πως ο θάνατος κερδίζει τη ζωή". Θέλετε να δούμε αν τελικά στην απέραντη "Ροή των Πάντων" αντί τη ζωή να ακολουθεί ο Θάνατος, να μπορούσε να γινόταν το αντίθετο. Από το θάνατο να μπορεί να ξαναγεννιέται η ζωή.
Αλήθεια αυτό το νόημα δεν έχει η σημερινή μέρα; Αλήθεια αφού έγινε μιά φορά λέτε να μην μπορεί να ξαναγίνει;
Και Αν σας πω το μυστικό; Αν σας πω πως ο καθένας & η κάθε μια σ`αυτή τη γη ΜΠΟΡΕΙ να αναστηθεί;
Θα με πιστεύατε; Ναι όλα μπορούν να γίνουν με Την Αγάπη! Αυτή είναι ο συνδετικός κρίκος στη φύση και στον Άνθρωπο. Αυτή είναι το κλειδί που γεννά ζωή, χαρά, αρμονία, ειρήνη. Κάντε την αρχή! Καλή Αγάπη! Καλή ανάσταση συνταξιδιώτες στο σύμπαν!