
Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011
Το έθνος Να Λυπάται..

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011
Γιατί δεν θέλουν τους Έλληνες;

Σ’ ένα βιβλίο με τίτλο «Σκυλάνθρωποι» είναι καταγεγραμμένη η ενδιαφέρουσα αφήγηση μίας Ελβετίδας, η οποία επεξηγεί γιατί οι Ευρωπαίοι και γενικότερα οι ξένοι, συμπεριφέρονται με ελεεινό τρόπο κατά των Ελλήνων.
Η κοπέλα αναφέρεται σε κάποιον πλούσιο θείο της ονόματι Αλμπέρ που ζούσε κοντά στη Λοζάννη υπεραγαπώντας τα ζώα καί προστατεύοντας στη βίλα του πολλά από αυτά.
Ένας... φίλος του γιατρός απ’ τη Γενεύη του δώρισε ένα κουτάβι ράτσας «μποξέρ», που άκουγε στο όνομα «Τέλος», ενημερώνοντάς τον ότι άμα μεγαλώσει το καθαρόαιμο σκυλί χρειάζεται προσοχή διότι είναι επικίνδυνο!...
Πράγματι, σ’ ένα χρόνο είχε δυναμώσει... τόσο πολύ που ήταν απλησίαστο. Ο πρώτος που την πλήρωσε ήταν ο κηπουρός που δέχτηκε επίθεση από το σκυλί με αποτέλεσμα να μείνει ένα μήνα ακίνητος στην κλινική έχοντας χάσει την γάμπα που την είχε φάει ο σκύλος και θα έμενε κουτσός σε όλη του τη ζωή με καρφιά στο πόδι του! Ο Αλμπέρ απεφάνθη ότι ο σκύλος έπρεπε να εκπαιδευθεί για να αποκτήσει σωστή συμπεριφορά. Έφερε Γερμανό σκυλοδαμαστή και πράγματι σε 6 μήνες ο «Τέλος» ήταν «αρνάκι». Περιέργως όμως σε μία δεξίωση ο σκύλος ξαναεπιτέθηκε αιμοβόρικα σ’ έναν υπηρέτη και ευτυχώς γι’ αυτόν ο οδηγός της βίλας πυροβόλησε τον «Τέλος» και έβαλε τέλος στην άτακτη ζωή του! Η στεναχώρια του Αλμπέρ ήταν απερίγραπτη ώσπου τον επισκέφτηκε ο δωρητής του σκύλου, ο γιατρός, ο οποίος εξήγησε στον περίλυπο φίλο του ότι ο σκύλος όσο καλά και να δαμαστεί κρατάει μέσα του κακία, ζήλια, μίσος, καί εκδικείται: «Τα ζώα δεν συγχωράνε ποτέ στον άνθρωπο την βελτίωση της συμπεριφοράς τους, γιατί νιώθουνε ότι αυτή η βελτίωση τ’ απομακρύνει από τη φύση τους... και όποτε δίνετε η ευκαιρία το μίσος εκρήγνυται».
Για να κατανοήσει ο Αλμπέρ καλύτερα την συμπεριφορά του σκύλου, ο γιατρός κάνει τον εξής εκπληκτικό παραλληλισμό: «Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει μ’ εμάς τους Ευρωπαίους καί τους Έλληνες! Αν υπάρχει μια φυλή στον κόσμο που κυριολεκτικά τη μισώ αφόρητα, αυτή η φυλή είναι οι Έλληνες»! Και τεκμηριώνει την άποψή του λέγοντας ότι στα γυμνασιακά του χρόνια ένιωθε «ψυχικά καταπιεσμένος. Διότι δεν μας διδάξανε τίποτα οι σοφοί μας διδάσκαλοι που να μην το ’χανε εξηγήσει, να μην το ’χανε ανακαλύψει, να μην το ’χανε πετύχει, να μην το ’χανε τελειοποιήσει οι Έλληνες!
Κι αν κάποτε αναφέρανε κανένα άλλονε φτωχό συγγενή της γνώσεως και της σοφίας, όχι Έλληνα, στο τέλος προσθέτανε ότι αυτός ο κάποιος, ο φουκαράς βασίστηκε για την ανακάλυψή του πάνω σ’ ένα θεώρημα προγενέστερο κάποιου Έλληνα, πάνω σε μια παλιά σκέψη κάποιου άλλου Έλληνα, πάνω σ’ ένα έργο αιώνες πριν δοσμένο από κάποιον άλλο Έλληνα!... Σιγά σιγά ένιωθα πως οι γνώσεις μου, οι σκέψεις μου, τα αισθήματά μου, η προσωπικότητά μου, ο κόσμος μου, η ύπαρξή μου ως το έσχατο μόριο διαβρώνονταν και χρωματίζονταν απ’ αυτό που χαρακτηρίζουμε με την κλασική πια έκφραση ̈ελληνικό παρελθόν ̈». Αυτά όλα καταστάλαζαν στα βάθη της ψυχής του γιατρού «ένα φλογερό μίσος για καθετί το ελληνικό»! Και η συνέχεια: «Αργότερα στο πανεπιστήμιο, η κατάσταση έγινε δραματική.
Ο Ασκληπιός από τη μια, ο Ιπποκράτης απ’ την άλλη! Ο Γαληνός τη μια μέρα, ο Ορειβάσιος την επομένη! Αέτιος το πρωί, Αλέξανδρος Τραλλιανός τ’ απόγευμα! Παύλος ο Αιγινίτης από ’δω, Στέφανος ο Αθηναίος από ’κει... Δεν μπορούσα ν’ ανοίξω βιβλίο χωρίς να βρω μπροστά μου την ελληνική παρουσία. Δεν τολμούσα να πιάσω στα χέρια μου λεξικό για να βρώ μια δύσκολη, σπάνια, μια χρήσιμη, μια έξυπνη, μια όμορφη, μια μεστωμένη λέξη. Όλες ελληνικές! Και άλλες αμέτρητες σαν την άμμο των θαλασσών και των ποταμών, ελληνικής κι αυτές προέλευσης! Άρχισα κι εγώ με την πάροδο του χρόνου να νιώθω απέναντι στους Έλληνες όπως ο ̈Τέλος ̈... Πρόκειται για φαινόμενο ομαδικό! ́Έτσι αισθανόμαστε λίγο πολύ όλοι μας απέναντι στους Έλληνες. Τους μισούμε όπως τα ζώα τους θηριοδαμαστές. Και μόλις μας δίνεται η ευκαιρία χιμάμε τους δαγκώνουμε και τους κατασπαράζουμε.
Γιατί στο βάθος ξέρουμε ότι κάποτε ήμαστε ζώα μ’ όλη τη σημασία της λέξης κι είναι αυτοί, οι Έλληνες, πάλι οι Έλληνες, πάντα οι Έλληνες, που μας εξώσανε από τη ζωώδικη υπόσταση και μας ανεβάσανε στην ίδια με τους εαυτούς τους ανθρώπινη βαθμίδα!... Δεν αγαπάμε κάτι που θαυμάζουμε... Ρίξε μια ματιά στην ιστορία και θα διαπιστώσεις ότι όλοι οι Ευρωπαίοι, με αρχηγούς τους Λατίνους και το Βατικανό, λυσσάξαμε να τους εξαφανίσουμε τους Έλληνες από το πρόσωπο της γης! Δεν θα βρεις και δε θα φανταστείς συνδυασμό και συγκέρασμα εγκλήματος, πλεκτάνης και παγίδας που δεν το σκαρφιστήκαμε και δεν το πραγματώσαμε για να τους εξολοθρεύσουμε!... η ιστορία με το μίσος κατά των Ελλήνων δεν ξέφτισε. Ο σύγχρονος ̈πολιτισμένος ̈ άνθρωπος είναι ο ίδιος και χειρότερος... Δεν θα επιτρέψει ποτέ το Βατικανό, Αλμπέρ μου, να επιβιώσει στην αυλόπορτα της Ευρώπης, στα πλευρά της Ασίας και στο κατώφλι της Αφρικής ο ελληνισμός κι η ορθοδοξία του, η μόνη πραγματικότητα, η μόνη γνήσια χριστιανική πίστη...
Είναι ο μόνος λαός που κατόρθωσε να συνταιριάξει αρμονικά τον αρχαίο του πολιτισμό, την υπεράνθρωπη πνευματικότητά του με όλα τα θετικά στοιχεία του χριστιανισμού και να γεννήσει αυτός ο θεϊκός συνουσιασμός μια βαθιά πίστη, μια θεμελιωμένη θρησκεία, μια τρομερή ενωτική ισχύ. Η δική μας ηγεσία, οι δικοί μας ταγοί, η δική μας εκκλησία δεν θα επιτρέψουν ποτέ την προκοπή τους, γιατί αν μονοιάσουνε και στο κοινωνικό πεδίο, χαθήκαμε! Ποιος τους πιάνει, αν βλαστήσει στη γη τους μια στάλα κοινωνική δικαιοσύνη κι ο λαός τους που στενάζει κι αναστενάζει φτάσει να κουμαντάρει τον τόπο του! Θα ξαναπιάσουνε το πολιτιστικό μαστίγιο στα χέρια τους και θα τους θωρούμε πάλι από το ύψος των αστραγάλων τους εμείς τα σκαθάρια αυτούς τους γίγαντες»!
Ο φιλέλληνας Αλμπέρ σ’ όλα αυτά αρκέστηκε να απαντήσει με νόημα: «Γι’ αυτό θα τους αγαπάω πάντα, θα τους θαυμάζω και θα τους σέβομαι...».
Κυριακή 17 Ιουλίου 2011
Αργοπεθαίνει...

Αργοπεθαίνει...
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου
συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα
χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις
εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου
συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα
χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις
εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
Pablo Neruda, “Αργοπεθαίνει…”
Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
Pablo Neruda, “Αργοπεθαίνει…”
Κυριακή 24 Απριλίου 2011
Επιτάφιος Ανθρώπων...

Θεσσαλονίκη, Μάης τοῦ 1936. Μια μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της...
I
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.
Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.
Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.
II
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;
Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.
Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.
Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.
Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.
III
Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,
Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,
Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;
ΙV
Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;
Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.
Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.
Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.
Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα
Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.
Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.
Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.
V
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.
Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.
Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.
Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν
Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.
Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.
...
ΙΧ
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.
Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.
Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.
Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:
Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.
Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.
Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.
Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;
Ο πόνος της κάθε Μάνας για το παιδί της είναι ο Ίδιος, είτε είναι η Παναγία, είτε η άγνωστη Μάνα στη Θεσσαλονίκη.
Η Μεγάλη Βδομάδα Πέρασε, Ο επιτάφιος θρήνος της Μ. Παρασκευής ηχεί ακόμα στα αυτιά των Ελλήνων, & σήμερα ήρθε η Ανάσταση του Θεανθρώπου με το "Χριστός Ανέστη εκ Νεκρών Θανάτω θάνατον Πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος".
Όμως η Ανάσταση του Ανθρώπου; Η καθημερινότητα μας λέει πως "Μερικές Αναστάσεις δεν έρχονται ποτέ!
Πως ο θάνατος κερδίζει τη ζωή". Θέλετε να δούμε αν τελικά στην απέραντη "Ροή των Πάντων" αντί τη ζωή να ακολουθεί ο Θάνατος, να μπορούσε να γινόταν το αντίθετο. Από το θάνατο να μπορεί να ξαναγεννιέται η ζωή.
Αλήθεια αυτό το νόημα δεν έχει η σημερινή μέρα; Αλήθεια αφού έγινε μιά φορά λέτε να μην μπορεί να ξαναγίνει;
Και Αν σας πω το μυστικό; Αν σας πω πως ο καθένας & η κάθε μια σ`αυτή τη γη ΜΠΟΡΕΙ να αναστηθεί;
Θα με πιστεύατε; Ναι όλα μπορούν να γίνουν με Την Αγάπη! Αυτή είναι ο συνδετικός κρίκος στη φύση και στον Άνθρωπο. Αυτή είναι το κλειδί που γεννά ζωή, χαρά, αρμονία, ειρήνη. Κάντε την αρχή! Καλή Αγάπη! Καλή ανάσταση συνταξιδιώτες στο σύμπαν!