Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Επιτάφιος Ανθρώπων...



Aionios-Eternaut





Θεσσαλονίκη, Μάης τοῦ 1936. Μια μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της...




I

Γιέ μου, σπλάχνο τ
ῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τ
ῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

π
ῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
κα
ὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου,
ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Πο
ὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δ
ὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
κα
ὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου,
ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
π
ῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
κα
ὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλ
ῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι ε
ἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δ
ὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
κα
ὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου,
ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Π
ῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρ
ὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μ
ὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μ
ὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μ
ὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη
ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τ
ὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Κα
ὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
πο
ὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου,
ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
π
ᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι
ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι
ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλι
ὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τ
ὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο κα
ὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα πο
ὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρ
ὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινο
ῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο πο
ὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια κα
ὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατι
ὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
πο
ὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερ
ὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
πο
ὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Κα
ὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σο
ῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζ
ο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
π
ῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποι
ὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτι
ὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρν
ὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μ
ὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
κα
ὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Ε
ἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι ε
ἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Κα
ὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σο
ὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μι
ὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι
ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι ο
ὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τ
ὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι
ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι,
ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου,
ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
κα
ὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θ
ὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θ
ὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θ
ὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θ
ὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι
ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θ
ὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ
᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Κα
ὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
κα
ὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Κα
ὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θ
ὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Κα
ὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
ν
ἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

...

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθε
ια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι,
ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θ
ὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι
ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδ
ὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλ
ὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορ
ὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ
᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
κα
ὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
κα
ὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα,
ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τ
ὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;



Ο πόνος της κάθε Μάνας για το παιδί της είναι ο Ίδιος, είτε είναι η Παναγία, είτε η άγνωστη Μάνα στη Θεσσαλονίκη.
Η Μεγάλη Βδομάδα Πέρασε, Ο επιτάφιος θρήνος της Μ. Παρασκευής ηχεί ακόμα στα αυτιά των Ελλήνων, & σήμερα ήρθε η Ανάσταση του Θεανθρώπου με το "Χριστός Ανέστη εκ Νεκρών Θανάτω θάνατον Πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος".
Όμως η Ανάσταση του Ανθρώπου; Η καθημερινότητα μας λέει πως "Μερικές Αναστάσεις δεν έρχονται ποτέ!
Πως ο θάνατος κερδίζει τη ζωή". Θέλετε να δούμε αν τελικά στην απέραντη "Ροή των Πάντων" αντί τη ζωή να ακολουθεί ο Θάνατος, να μπορούσε να γινόταν το αντίθετο. Από το θάνατο να μπορεί να ξαναγεννιέται η ζωή.
Αλήθεια αυτό το νόημα δεν έχει η σημερινή μέρα; Αλήθεια αφού έγινε μιά φορά λέτε να μην μπορεί να ξαναγίνει;
Και Αν σας πω το μυστικό; Αν σας πω πως ο καθένας & η κάθε μια σ`αυτή τη γη ΜΠΟΡΕΙ να αναστηθεί;
Θα με πιστεύατε; Ναι όλα μπορούν να γίνουν με Την Αγάπη! Αυτή είναι ο συνδετικός κρίκος στη φύση και στον Άνθρωπο. Αυτή είναι το κλειδί που γεννά ζωή, χαρά, αρμονία, ειρήνη. Κάντε την αρχή! Καλή Αγάπη! Καλή ανάσταση συνταξιδιώτες στο σύμπαν!

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Κ Ο Ι Ν Η Λ Ο Γ Ι Κ Η



Aionios-Eternauta

ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ

Μια νεκρολογία που δημοσιεύτηκε στους Times του Λονδίνου. Δυστυχώς δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για τη δημοσίευση αυτή. Ωστόσο εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η δημοσίευση ή όχι τής νεκρολογίας αυτής αλλά τούτο το περιεχόμενό της και μόνο.


Σήμερα πενθούμε το θάνατο μιας αγαπημένης παλιάς φίλης, τής Κοινής Λογικής, η οποία μας συντρόφευε για πολλά χρόνια. Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα την ηλικία της αφού το μητρώο γέννησής της έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό σε γραφειοκρατικές διατυπώσεις. Θα τη θυμόμαστε ως κάποια που μας δίδαξε πολύτιμα μαθήματα όπως αυτά:

-Έχε την κοινή λογική να προστατεύεσαι. -Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι. -Η ζωή δεν είναι πάντα δίκαιη, και... -Ίσως ήταν δικό μου το φταίξιμο. Κλπ.

Η Κοινή Λογική έζησε σύμφωνα με απλές, συνετές οικονομικές πολιτικές, όπως: Μην ξοδεύετε περισσότερα απ' αυτά που κερδίζετε, και... αξιόπιστες στρατηγικές: όπως: Υπεύθυνοι είναι οι ενήλικες και όχι τα παιδιά. Η υγεία της άρχισε να επιδεινώνεται ραγδαία όταν τέθηκαν σε ισχύ καλοπροαίρετοι αλλά αυταρχικοί κανονισμοί. Αναφορές για ένα 6χρονο αγόρι που κατηγορήθηκε για σεξουαλική παρενόχληση επειδή φίλησε μια συμμαθήτριά του, για εφήβους που αποβλήθηκαν από το σχολείο επειδή χρησιμοποίησαν στοματικό διάλυμα μετά το γεύμα και για έναν δάσκαλο που απολύθηκε επειδή επέπληξε έναν απείθαρχο μαθητή, απλώς επιδείνωσαν την κατάστασή της. Η Κοινή Λογική έχασε έδαφος όταν γονείς επιτέθηκαν σε δασκάλους επειδή έκαναν τη δουλειά που οι ίδιοι δεν είχαν καταφέρει να κάνουν αναφορικά με την πειθάρχηση τών ανυπάκουων παιδιών τους. Η υγεία της επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο όταν τα σχολεία υποχρεώθηκαν να παίρνουν τη γονική συναίνεση για να βάλουν αντηλιακό ή να δώσουν μια ασπιρίνη σ' ένα μαθητή αλλά δεν μπορούσαν να ενημερώσουν τους γονείς όταν μια μαθήτρια έμενε έγκυος και ήθελε να κάνει έκτρωση. Η Κοινή Λογική έχασε τη θέληση για ζωή όταν οι εκκλησίες έγιναν επιχειρήσεις και οι εγκληματίες τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης από τα θύματά τους. Η Κοινή Λογική δεν κατάφερε να ξεπεράσει το γεγονός ότι, όχι μόνο δεν μπορούσες να υπερασπιστείς τον εαυτό σου από ένα διαρρήκτη μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, αλλά ο διαρρήκτης μπορούσε και να σε μηνύσει για βιαιοπραγία. Η Κοινή Λογική παραιτήθηκε τελικά από κάθε θέληση για ζωή όταν μια γυναίκα που τάχα δεν κατάλαβε ότι ένα αχνιστό φλιτζάνι καφέ ήταν ζεστό, έχυσε λίγο στην ποδιά της κι' ανταμείφθηκε άμεσα μ' έναν τεράστιο διακανονισμό. Πριν από το θάνατο τής Κοινής Λογικής είχε προηγηθεί ο θάνατος τών γονιών της, τής Αλήθειας και τής Εμπιστοσύνης, τής συζύγου Σύνεσης και τών παιδιών της Ευθύνης και Λογικής. Έχουν επιζήσει τα 4 ετεροθαλή αδέλφια της:


· Ξέρω τα Δικαιώματά μου


· Το Θέλω τώρα


· Κάποιος άλλος φταίει


· Είμαι θύμα


Στην κηδεία της δεν παρευρέθησαν πολλοί καθώς ελάχιστοι συνειδητοποίησαν ότι απεβίωσε. Αν τη θυμάστε ακόμα, προωθήστε το. Αν όχι, συνταχθείτε με την πλειοψηφία και μην κάνετε τίποτα.


www.aionios-eternauta.blogspot.com



Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Ο πανηγυρικός της 28ης Οκτωβρίου.


Aionios-Eternauta






Ο πανηγυρικός της 28ης Οκτωβρίου που ανέγνωσε από τον άμβωνα της Εκκλησίας ο θεολόγος του Γυμνασίου Σαγέικων Αχαίας, Γιώργος Μάλφας και άφησε άφωνους τους πάντες.

Μια φωνή περηφάνειας και αντίστασης μέσα από την οργή και την απελπισία...


Εβδομήντα χρόνια μετά.


Γιορτάζεις την Εθνική Αντίσταση του Λαού μας, τραγουδάς «γυναίκες Ηπειρώτισσες», υψώνεις αμήχανα σημαίες, χορεύεις από κεκτημένη συνήθεια στις πλατείες. Φέτος όμως, δυσκολεύεσαι να πεις το «ΟΧΙ». Δεν είσαι σίγουρος, αμφιβάλλεις. Φοβάσαι τους συνειρμούς, τις πιθανές παρεξηγήσεις. Τρέμεις τις συνέπειες.


Χρόνια τώρα, επαναλάμβανες τελετουργικά μονότονα το «ΟΧΙ» του παππού σου. Καμάρωνες τη θυσία του, θριαμβολογούσες αδαπάνητα για τα κατορθώματα και τους ηρωισμούς της γενιάς του. Στις δεκαετίες όμως που ακολούθησαν κατασπατάλησες νωχελικά την ελευθερία που σου χάρισε! Έφτιαξες τη ζωή σου. Το δικό σου, επιτέλους, σπίτι, και το δικό σου εξοχικό. Έκανες ταξίδια μακρινά και πολυδάπανα, σε προορισμούς εξωτικούς. Αγόρασες πρώτο και μετά δεύτερο αυτοκίνητο. Χρεώθηκες ασυλλόγιστα δάνεια, δόσεις και κάρτες που αφειδώς σου πρόσφεραν οι τράπεζες. Μπούχτισες τα παιδιά σου φροντιστήρια και ιδιαίτερα, να σπουδάσουν προσοδοφόρα επαγγέλματα, να γίνουν υψηλόβαθμα «στελέχη διοίκησης επιχειρήσεων». Εκμεταλλεύτηκες, με όλους τους δυνατούς τρόπους, τους μετανάστες που είχαν την ανάγκη σου, για να μαζέψουν τις ελιές σου, να χτίσουν και να καθαρίσουν το σπίτι σου, να. φυλάξουν τα παιδιά σου. Έπαιξες στο Χρηματιστήριο το κληρονομημένο βιος των γονιών σου και αγόρασες «αέρα» που σου πούλησαν οι αετονύχηδες της ελεύθερης αγοράς. Συναλλάχθηκες μ΄ αυτό το άθλιο κράτος κάτω απ΄ το τραπέζι κάμποσες φορές, δεν θυμάσαι και συ πόσες. για τη στρατιωτική θητεία του γιου σου, το διακανονισμό της εφορίας, το αυθαίρετο δίπλα στη θάλασσα, το διορισμό στην επίζηλη δημοσιοϋπαλληλία, τη λίστα αναμονής σε κάποιο νοσοκομείο. Διασκέδασες την πλήξη σου βόσκοντας αμέριμνα στα λιβάδια της τηλεόρασης, κάνοντας φωτοσύνθεση με την προπαγάνδα και το γούστο των αχρείων της κάθε εξουσίας. Ατίμασες την ψήφο σου ξανά και ξανά για μια «εξυπηρέτηση», εκδούλευση των φαύλων της κομματοκρατίας, των επαγγελματιών και των κληρονόμων της πολιτικής.

Φέτος όμως, τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Η γιορτή δεν είναι πια γιορτή. Μεγάλα λόγια δεν βγαίνουν απ΄ το στόμα. Φειδωλή και ντροπαλή η εθνική σου αξιοπρέπεια προσποιείται, καμώνεται πως γιορτάζει κάτω απ΄ το αυστηρό βλέμμα της επιτήρησης. Στενάχωρα όλα. Μέσα μας, γύρω μας, παντού. «Το αδιέξοδο της χώρας στις ψυχές των κατοίκων της». Πατρίδα υποτελής και υπόχρεη. Πατρίδα «πεδίο βολής φθηνό». Πατρίδα έρμαιο της απληστίας των τοκογλύφων, των ισχυρών του χρήματος, των δανειστών που γυρεύουν πίσω τα λεφτά τους. Σε υποτιμούν σήμερα άμοιρη πατρίδα μου για να σε αγοράσουν τζάμπα αύριο.

Πεθαίνω σαν χώρα! Ακούς την κραυγή; Βλέπεις και συ το κακό που μας βρήκε; «Όποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας.».

Πατρίδα, κατοχή και αντίσταση: κι αν οι λέξεις άδειασαν με τα χρόνια, δεν φταίνε οι λέξεις, οι ζωές μας άδειασαν! Πριν λιποψυχήσουν οι λέξεις, λιποψυχεί το φρόνημα των ανθρώπων, η θέληση των λαών να παραμείνουν αδούλωτοι. Όχι παιχνίδια με τις λέξεις! Ποιος δικαιούται να μιλάει στη γιορτή σήμερα για πατρίδα, για κατοχή και αντίσταση; Οι πατριδοκάπηλοι που κάθε φορά, την κρίσιμη στιγμή, συνθηκολογούσαν με τον κατακτητή; Ή μήπως, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που εγκατέλειπαν την πατρίδα και το λαό την ώρα της μάχης, για να επιστρέψουν κατόπιν ως εθνοσωτήρες και ελευθερωτές;


«Ποιος είναι, λοιπόν, πατριώτης;»

Ο Άρης Βελουχιώτης, το τραγικό αυτό σύμβολο της Αντίστασης του Λαού μας, έχει κάτι να σου πει:

«Ποιος είναι ο πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σ΄ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι΄ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»

Εδώ θα παραμείνουμε, δε θα φύγει κανείς, κυνηγημένε απ΄ όλους Καπετάνιε!

Εδώ, να φυλάμε τα πεζούλια που μας άφησες! Θα μοιραστούμε αν χρειαστεί ακόμη και τη φτώχια μας, την ανάγκη, την οργή μας, μα δεν θα εγκαταλείψουμε. Γι΄ αυτό.

«Τα καράβια μου καίω / δεν θα πάω πουθενά.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ /

να χάδι ως τώρα / πάντα εδώ θα γυρνώ

από πείσμα και τρέλα θα ζω /

σε τούτη τη χώρα / ώσπου να βρω νερό

γιατί ανήκω εδώ.

Σταυρωμένη πατρίδα /

μες στα μάτια σου είδα /

της ανάστασης φως».

(Τα καράβια μου καίω,

Ν. Πορτοκάλογλου)

Πάτρα, Οκτώβριος 2010

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Ψωροκώσταινα...


Aionios-Eternauta

Στην εποχή που κυβερνούσε την Ελλάδα ο Καποδίστριας ζούσε στο Ναύπλιο μια ζητιάνα, που την έλεγαν «Ψωροκώσταινα».

Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα.

Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε. Μόνο που, όταν λέγεται τώρα δεν εννοεί το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ολόκληρη την χώρα...

Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας (Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13) είναι η εξής: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι», είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στην πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη την Κυριακή του 1826.

Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της.»

Κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή πέφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η συνέχεια της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή αποθανατίστηκε με το παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα». Και το παρανόμι αυτό κόλλησε έπειτα στην Ελλάδα.

Αλλά, ποιά ήταν αυτή η «Ψωροκώσταινα»; Ήταν η κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την ομορφιά της.

Όταν αργότερα οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.

Εκεί αναγνωρίστηκε από τον ομοιοπαθή της Βενιαμίν τον Λέσβιο, την προστάτεψε και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο. Στο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει και η Πανωραία, για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με σαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου.

Έπειτα από το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο, όταν έφτασε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε κι όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που τώρα έγινε γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή.

Aionios Eternauta.. Έτσι λοιπόν... Πανωραία ή Ψωροκώσταινα...Όπως η Ελλάδα μας.. Όμορφη & Παράξενη Πατρίδα...πανωραία & Ψωροκώσταινα..όπως την κατάντησαν ανίκανοι "άρχοντες" & ανάξιοι νεο.. Έλληνες ..

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Πλούτος, Ευτυχία, Αγάπη..



Aionios-Eternauta




Βγαίνοντας μια μέρα μια γυναίκαι από το σπίτι της είδε τρείς παραμυθένιους γέροντες με μακριές λευκές γενειάδες, να στέκονται στον μπροστινό κήπο. ‘Εψαξε στο νου της αλλά δεν τους αναγνώρισε.
- Δεν μου φαίνεται να σας ξέρω, αλλά θα πρέπει να πεινάτε. Κοπιάστε να σας βάλω κάτι να φάτε...είπε η νοικοκυρά.
- Ο νοικοκύρης είναι μέσα; ρώτησαν εκείνοι...
- Οχι, λείπει, είπε η γυναίκα...
- Τότε δε μπορούμε να περάσουμε ακόμη, απάντησαν ξανά εκείνοι.
Οταν αργά το βράδυ γύρισε ο σύζυγός της, εκείνη του διηγήθηκε τι συνέβη.
- Πήγαινε πες τους ότι γύρισα και προσκάλεσε τους να περάσουν, της είπε ο άντρας της αφού την άκουσε κι εκείνη βγήκε και τους κάλεσε μέσα.
- Δεν μπαίνουμε ποτέ σ' ένα σπίτι όλοι μαζί, είπαν οι γέροντες...

- Και γιατί; ρώτησε η γυναίκα...
Ο ένας απ' αυτούς της εξήγησε:
- Το όνομα αυτού (κι έδειξε έναν από τους γέροντες), είναι Πλούτος...Το όνομα εκείνου (κι έδειξε τον άλλον) είναι Επιτυχία κι εγώ ονομάζομαι Αγάπη.... Αν θέλετε τώρα πηγαίνετε μέσα και συναννοηθείτε με το σύζυγό σας ποιόν από εμάς θέλετε να περάσει.
Η γυναίκα μπήκε σπίτι της κι ανάφερε στον άντρα της αυτά που της είπαν οι τρεις γέροντες. Εκείνος ενθουσιάστηκε.
- Υπέροχα! Το καλύτερο είναι να προσκαλέσουμε τον Πλούτο. Ας περάσει μέσα κι ας γεμίσει το σπίτι μας με πλούτη...
Η σύζυγος διαφώνησε.
- Αγάπη μου, γιατί να μην καλέσουμε την Επιτυχία;
Η κόρη τους άκουγε απ'ό την άλλη άκρη του σαλονιού και μπήκε στη μέση:
- Δεν θα ήταν καλύτερο να προσκαλέσουμε την Αγάπη; Ετσι το σπιτικό μας όλο θα γεμίσει με αγάπη...
- Έχεις δίκιο! Πήγαινε να καλέσεις να φιλοξενήσουμε την Αγάπη, είπε ο πατέρας.
Η νοικοκυρά βγήκε και ρώτησε τους τρείς γέροντες:
- Ποιός από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ περάστε να σας περιποιηθούμε...
Αυτός που ονομαζόταν Αγάπη σηκώθηκε και προχώρησε προς το σπίτι, ενώ κι οι άλλοι δυο τον ακολούθησαν. Γεμάτη έκπληξη η γυναίκα ρώτησε τον Πλούτο και την Επιτυχία:
- Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη, γιατί μπαίνετε όλοι σας μέσα;
Και οι τρεις γέροντες απάντησαν όλοι μαζί:
- Αν είχατε καλέσει τον Πλούτο ή την Επιτυχία, τότε οι άλλοι δυό θα μέναμε απέξω, αλλά εφ' όσον καλέσατε την Αγάπη, εκεί που αυτή πηγαίνει κι εμείς ακολουθούμε. Οπουδήποτε υπάρχει Αγάπη, εκεί υπάρχουν επίσης Πλούτος κι Επιτυχία...

Σχόλιο Aionios-Eternauta : Τίποτα δεν είναι πιό απλό αλλά συνάμα & πιο σύνθετο από το να μάθεις να αγαπάς...